Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Πως μία τηλεοπτική σειρά αποκτά ενδιαφέρον....

Καθώς παρακολουθούσα το Supernatural αναρωτήθηκα ως θεατής τί είναι αυτό που κάνει τόσο κόσμο να το παρακολουθεί ανα την υφήλιο φανατικά ενώ ουσιαστικά είναι μετρίου από πλευράς σεναρίου και φαντασίας.

Και κατέληξα στο εξής συμπέρασμα:


Jensen Ackles

Need i say more????


Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

the trooper


You take my life but I'll take yours too
You fire your musket but I run you through
So when you're waiting for the next attack
You'd better stand there's no turning back.

The bugle sounds - the charge begins
But on this battlefield no one wins
The smell of acrid smoke and horses breath
As I plunge on into certain death.

O-o-o-o-o-o-o-o-ohhh!
O-o-o-o-o-o-o-o-ohhh!

The horse he sweats with fear - we break to run
The mighty roar of the Russian guns
And as we race towards the human wall
The screams of pain as my comrades fall.

We hurdle bodies that lay on the ground
And the Russians fire another round
We get so near yet so far away
We won't live to fight another day.

O-o-o-o-o-o-o-o-ohhh!
O-o-o-o-o-o-o-o-ohhh!

We get so close near enough to fight
When a Russian gets me in his sights
He pulls the trigger and I feel the blow
A burst of rounds take my horse below.

And as I lay there gazing at the sky
My body's numb and my throat is dry
And as I lay forgotten and alone
Without a tear I draw my parting groan.

O-o-o-o-o-o-o-o-ohhh!
O-o-o-o-o-o-o-o-ohhh!

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Μιλάς με γρίφους γέροντα....

Ο Κόναν πληροφορείται ότι στην άλλη άκρη του κόσμου υπάρχει ένα πανύψηλο βουνό, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται ένα παλάτι και μέσα στο οποίο κατοικεί ο γέροντας που κατέχει την απόλυτη σοφία της ζωής. Ζαλώνεται, λοιπόν, την ασπίδα, γραπώνει τη σπάθα, φοράει το γούνινο σωβρακάκι του και ξεκινάει για το βουνό.

Περνάει την Έρημο της Δίψας, το Φαράγγι Χωρίς Πάτο, ξυστά απ' το Πηγάδι των Χιλίων Ευχών, και μετά από πορεία εκατό ημερών στην Τούνδρα των Μηδέν Βαθμών Κέλβιν, φτάνει στους πρόποδες του Βουνού της Σοφίας, το οποίο βλέπει να χάνεται μέσα στα σύννεφα.

Αρχίζει την ανάβαση, τα μπράτσα σφίγγονται, οι φλέβες τινάζονται, το γούνινο σωβρακάκι τον προστατεύει απ' το κρύο. Βρυχάται όταν, κουρασμένος από την ανάβαση, πατάει στο πλάτωμα στην κορυφή και βλέπει το κάστρο του Γέροντα να ορθώνεται απροσπέλαστο μπροστά του.

Η ξύλινη πύλη είναι κλειστή, αλλά την γκρεμίζει βρυχόμενος με ένα χτύπημα της ασπίδας του. Η επόμενη πόρτα, πιο βαριά, απαιτεί πιο δυνατό χτύπημα. Η τρίτη, σιδερένια, πέφτει μετά απ'το δεύτερο χτύπημά του. Η τελευταία βαριά σιδερένια πόρτα πέφτει με θόρυβο καθώς ο βρυχηθμός του Κόναν σπάει τη σιωπή της ψυχρής κυκλικής αίθουσας, στην οποία ο γέροντας συλλογίζεται με τα δάχτυλα ενωμένα κάτω απ'το πηγούνι του καθισμένος στον θρόνο του.

Ο Κόναν πλησιάζει το κέντρο της αίθουσας και ακουμπάει τα όπλα του μπροστά στα πόδια του Σοφού.

- Ρησπέκτ, γέροντα. Μου είπαν ότι κατέχεις το μυστικό των μυστικών.

- Υπάρχουν και τα πόμολα, Κόναν.

- Μιλάς με γρίφους, γέροντα...

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010




Άλλα θέλω κι άλλα κάνω πώς να σου το πω
έλεγα περνούν τα χρόνια θα συμμορφωθώ
Μα είναι δώρο άδωρο ν' αλλάξεις χαρακτήρα
τζάμπα κρατάς λογαριασμό τζάμπα σωστός με το στανιό

Έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου
μέσα σ' αυτό το σπίτι πριγκηπέσα μου
το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας
απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας

Άλλα θέλω κι άλλα κάνω κι έφτασα ως εδώ
λάθη στραβά και πάθη μ' έβγαλαν σωστό
Ξημερώματα στο δρόμο ρίχνω πετονιά
πιάνω τον εαυτό μου και χάνω το μυαλό μου

Έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου
μέσα σ' αυτό το σπίτι πριγκηπέσα μου
το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας
απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας
"Το Γράμμα"

στίχοι: Σωκράτης Μάλαμας
μουσική: Σωκράτης Μάλαμας

Δεν θέλω πια να σκέφτομαι τα ίδια και τα ίδια
σα νάταν όλα ψέμματα, στάχτες κι αποκαίδια
θέλω ανοιχτά παράθυρα να με χτυπάει αέρας
νάχω το νου μου αδειανό
νάχω και πρίμο τον καιρό.

Δεν θέλω πια να μου μιλάς για όσα έχεις ζήσει
δε χάθηκε κι ο κόσμος πια, το τζάμι αν ραγίσει
θέλω να 'ρθείς και να με βρεις
να κάτσεις να τα πούμε
πως νιώθουμε παράφορα
πως ζούμε έτσι αδιάφορα.

Δεν θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές τα βράδια
χωρίς αυτήν τη σκοτεινιά τα χρόνια μένουν άδεια.

Θέλω να φύγεις να σωθείς, να πάψεις να γκρινιάζεις
να ξεχαστείς στη διαδρομή πως ήσουν και πως μοιάζεις
έτσι θα σ' αγαπώ πολύ και θα σε βλέπω λίγο
σαν μια γυναίκα μακρινή π' αγάπησα πριν φύγω.

Δεν θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές τα βράδια
χωρίς αυτήν τη σκοτεινιά τα χρόνια μένουν άδεια.